στο λεξικό PONS
τέτοι|ος <-α, -ο> [ˈtɛtçɔs] ΑΝΤΩΝ
- τέτοιος
- so ein(e), ein(e) solche(r, s)
- (ένας) τέτοιος άνθρωπος
- so ein Mensch/ein solcher Mensch
- τέτοιοι άνθρωποι
- solche Menschen
- κάτι τέτοιο/τέτοιο πράγμα
- so etwas
- η διαφορά ήταν τέτοια που …
- der Unterschied war so groß, dass …
- τηλεφώνησε ο τέτοιος και είπε ότι … οικ
- der Dings hat angerufen und gesagt, dass …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γινόταν τέτοιος αγώνας που …
- es herrschte so ein Tumult, dass …
- (ένας) τέτοιος άνθρωπος
- so ein Mensch/ein solcher Mensch
- τηλεφώνησε ο τέτοιος και είπε ότι … οικ
- der Dings hat angerufen und gesagt, dass …