στο λεξικό PONS
ακυρώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [aciˈrɔnɔ] VERB μεταβ
1. ακυρώνω (γάμο, σύμβαση):
- ακυρώνω
- für ungültig erklären, annullieren
2. ακυρώνω (καταργώ: νόμο):
- ακυρώνω
- abschaffen
3. ακυρώνω (ανακαλώ):
- ακυρώνω
- widerrufen
4. ακυρώνω ΕΜΠΌΡ (παραγγελία):
- ακυρώνω
- stornieren
5. ακυρώνω (εισιτήριο):
- ακυρώνω
- entwerten
ακυρώνω VERB
- ακυρώνω (προσπάθειες)
- zunichtemachen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ακυρώνω μια παραγγελία
- einen Auftrag stornieren