στο λεξικό PONS
I. περ|νώ <-νάς, -ασα, -άστηκα, -ασμένος> [pɛrˈnɔ] VERB αμετάβ
1. περνώ (περπατώντας):
- περνώ
- vorbeigehen
- τώρα μόλις πέρασε
- er ist gerade vorbeigegangen
- πέρασε έξω από το παράθυρο
- er ist am Fenster vorbeigegangen
- από πού να περάσω; (για να φτάσω απέναντι, μέσα κτλ)
- wo soll ich langgehen?
- άσε με να περάσω!
- lass mich vorbei!
- ένα χαμόγελο πέρασε από το πρόσωπό του μτφ
- ein Lächeln huschte über sein Gesicht
- αυτό δε θα τ' αφήσω να περάσει (δεν παραβλέπω)
- das lasse ich nicht durchgehen
2. περνώ (τρέχοντας):
- περνώ
- vorbeilaufen
3. περνώ (με όχημα):
- περνώ
- vorbeifahren
4. περνώ (από μέσα):
- πρέπει να περάσουμε από … (από τρύπα)
- wir müssen durch … steigen
- πρέπει να περάσουμε από … (από πόρτα)
- wir müssen durch … gehen
- πρέπει να περάσουμε από … (με όχημα)
- wir müssen durch … fahren
5. περνώ (από δρόμο):
- από δω δεν μπορούμε να περάσουμε, είναι μονόδρομος
- hier können wir nicht durchfahren, es ist eine Einbahnstraße
6. περνώ (μπαίνω):
- πέρασε (μέσα) (πήγε μέσα)
- er ist hineingegangen
- πέρασε (μέσα) (ήρθε μέσα)
- er ist hereingekommen
- πέρασε (μέσα) (πήγε μέσα με όχημα)
- er ist hineingefahren
- πέρασε (μέσα) (ήρθε μέσα με όχημα)
- er ist hereingefahren
- πέρασε από το παράθυρο (μπήκε)
- er ist durch das Fenster geklettert
- πέρνα/πέρασε (έλα μέσα)
- komm herein
- περάστε!
- treten Sie näher!
- περνώ στην ιστορία
- in die Geschichte eingehen
7. περνώ (επισκέπτομαι σύντομα):
- περνώ
- vorbeikommen
- θα περάσω από το ταχυδρομείο και μετά θα 'ρθω
- ich gehe noch zur Post und dann komme ich
- θα περάσω το βράδυ
- ich komme heute Abend (mal) vorbei
- πέρνα καμιά φορά
- komm mal vorbei
8. περνώ (γίνομαι δεκτός: νομοσχέδιο κτλ):
- περνώ
- angenommen werden
- τα κόλπα σου δεν περνάνε σε μένα οικ
- deine Tricks ziehen bei mir nicht
9. περνώ (έχω κύρος):
- η γνώμη του περνάει
- seine Meinung gilt etwas
- η γνώμη του δεν περνάει
- seine Meinung gilt nichts
10. περνώ (μεταβαίνω):
- περνώ σε
- übergehen zu
11. περνώ (σε εξετάσεις):
- περνώ
- bestehen
- πέρασε
- er hat bestanden
12. περνώ (ξεθυμαίνω: πόνος κτλ):
- περνώ
- vorbeigehen, vergehen
- θα περάσει
- das geht vorbei
13. περνώ (ζω, τα βγάζω πέρα):
- μ' αυτό το ποσό μπορούμε να περάσουμε μισό χρόνο
- mit diesem Betrag können wir ein halbes Jahr lang auskommen
- πώς να περάσω με 1.000 ευρώ;
- wie soll ich mit 1.000 Euro auskommen?
- πώς πέρασες στην Αθήνα;
- wie war es in Athen?
- περνάει καλά/άσχημα
- er hat es gut/schlecht
14. περνώ (θεωρούμαι):
- περνώ για κάτι
- als etw gelten
- περνάει για ειδικός
- er gilt als Experte
15. περνώ (για υγρό):
- περνώ από
- durchdringen durch
16. περνώ (για λεωφορείο):
- περνώ
- kommen
- πότε θα περάσει το λεωφορείο;
- wann kommt der Bus?
17. περνώ (για ιδέα):
- ποτέ δε μου πέρασε η ιδέα να …
- ich habe nie daran gedacht, zu …
- καλά, τι σου πέρασε;, νομίζεις ότι …;
- was hast du dir denn gedacht?, denkst du, dass …?
18. περνώ (καιρός):
- περνώ
- vergehen
- πώς περνάει ο καιρός!
- wie die Zeit vergeht!
- ο καιρός περνάει γρήγορα
- die Zeit geht schnell um
- όσο περνάει ο καιρός τόσο …
- je mehr Zeit vergeht, desto …
- τα χρόνια περνάνε
- die Zeit vergeht
- για να περάσει η ώρα
- zum Zeitvertreib
II. περ|νώ <-νάς, -ασα, -άστηκα, -ασμένος> [pɛrˈnɔ] VERB μεταβ
1. περνώ (περπατώντας):
- περνώ κάτι
- an etw δοτ vorbeigehen
- περνώ το κατώφλι
- über die Schwelle treten
- πέρασε τα 60
- er ist schon über 60
2. περνώ (τρέχοντας):
- περνώ κάτι
- an etw δοτ vorbeilaufen
3. περνώ (με όχημα):
- περνώ κάτι
- an etw δοτ vorbeifahren
- θα περάσεις το σταθμό και μετά δεξιά
- du musst am Bahnhof vorbeifahren und dann rechts abbiegen
4. περνώ (ξεπερνώ: κάποιο όριο):
- περνώ
- überschreiten
- περνάει τους 40 βαθμούς
- es überschreitet 40 Grad
- αυτό περνάει τα όρια!
- das geht zu weit!
5. περνώ (βάζω μέσα):
- περνώ το χέρι μου σε μια τρύπα
- seine Hand in ein Loch stecken
- περνώ το κεφάλι μου μέσα από ένα άνοιγμα
- seinen Kopf durch eine Öffnung stecken
6. περνώ (δρόμο, ποτάμι):
- περνώ
- überqueren
7. περνώ (πηγαίνω κάποιον απέναντι):
- περνώ κάποιον απέναντι (με βάρκα ή όχημα)
- jdn hinüberfahren
- περνώ κάποιον απέναντι (κρατώντας τον από το χέρι: τυφλό κτλ)
- jdn hinüberführen
8. περνώ (βιβλίο: διαβάζω):
- περνώ
- durchlesen
9. περνώ (καιρό):
- περνώ
- verbringen
- πώς πέρασες το βράδυ;
- wie hast du den Abend verbracht?
- πώς τα περνάς;
- wie geht's dir so?
- πώς τα περνάτε;
- wie geht es Ihnen?
- περνάω τον καιρό μου
- seine Zeit verbringen
- με τι περνάς τον καιρό σου;
- womit verbringst du deine Zeit?
10. περνώ (κάποιο βίωμα):
- περνώ
- erleben
11. περνώ (βάσανα):
- περνώ
- durchmachen
- δεν ξέρεις τι πέρασα!
- du weißt nicht, was ich durchgemacht habe!
12. περνώ (εξετάσεις):
- περνώ
- bestehen
- δεν πέρασε τις εξετάσεις
- er hat die Prüfung nicht bestanden
13. περνώ (καταχωρίζω):
- περνώ
- eintragen
14. περνώ (προσπερνώ):
- περνώ
- überholen
15. περνώ (προσαρμόζω):
- περνώ ένα κάλυμμα πάνω από κάτι
- eine Hülle um etw αιτ legen
16. περνώ (θεωρώ):
- περνώ κάποιον για κάτι
- jdn für etw halten
- σε πέρασα για την αδερφή σου
- ich habe dich für deine Schwester gehalten
- τον περνάνε για ποιητή
- man hält ihn für einen Dichter
- δεν είναι τόσο κουτός όσο τον περνάς
- er ist nicht so dumm, wie du denkst
- καλά, για χαζό με περνάς;
- sag mal, hältst du mich für blöd?
17. περνώ (για υγρό: τοίχο κτλ):
- περνώ
- durchdringen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- περνώ κάτι
- an etw δοτ vorbeigehen
- περνώ πέρα (με τα πόδια)
- hinübergehen
- περνώ κάποιον για κάτι
- jdn für etw halten
- περνώ τις διακοπές μου
- seine Ferien verbringen
- περνώ τη βραδιά σπίτι
- den Abend zu Hause verbringen