στο λεξικό PONS
στιγματί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [stiɣmaˈtizɔ] VERB μεταβ μτφ
- στιγματίζω
- brandmarken
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- στήριγμα
- στηρίζω
- στήριξη
- στητός
- στιβάδα
- στιγματίζω
- στιγμή
- στιγμιαίος
- στιγμιότυπο
- στικ
- στιλάτος