στο λεξικό PONS
σκληρύνω
σκληρύνω s. σκληραίνω
I. σκληρ|αίνω <-υνα, -ύνθηκα> [skliˈrɛnɔ] VERB μεταβ και μτφ
- σκληραίνω
- härten
II. σκληρ|αίνω <-υνα, -ύνθηκα> [skliˈrɛnɔ] VERB αμετάβ και μτφ
- σκληραίνω
- hart werden, sich verhärten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.