στο λεξικό PONS
λύκος [ˈlikɔs] SUBST αρσ
- λύκος
- Wolf αρσ
- πεινάω σαν λύκος
- einen Bärenhunger haben
- τρώω σαν λύκος
- alles (gierig) herunterschlingen, ganz gierig essen
- έβαλαν το λύκο να φυλάει τα πρόβατα (ως σχόλιο)
- da hat man genau den Richtigen ausgesucht!
- ο λύκος κι αν εγέρασε κι άλλαξε το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του παροιμ
- die Katze lässt das Mausen nicht
Λύκος [ˈlikɔs] SUBST αρσ (αστερισμός)
- Λύκος
- Wolf αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πεινώ σαν λύκος
- einen Bärenhunger haben
- πεινάω σαν λύκος
- einen Bärenhunger haben
- τρώω σαν λύκος
- alles (gierig) herunterschlingen, ganz gierig essen
- η Κοκκινοσκουφίτσα και ο κακός λύκος
- Rotkäppchen und der Wolf
- ο λύκος κι αν εγέρασε κι άλλαξε το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του παροιμ
- die Katze lässt das Mausen nicht