στο λεξικό PONS
I. παρ|αδίνω [paraˈðinɔ], παρ|αδίδω [paraˈðiðɔ] <-άδωσα [ή -έδωσα], -αδόθηκα, -αδομένος> VERB μεταβ
1. παραδίνω (δίνω σε κάποιον):
- παραδίνω
- übergeben
- παραδίνω κάποιον στην αστυνομία
- jdn der Polizei ausliefern
- παραδίνω τα όπλα
- die Waffen strecken
2. παραδίνω (μήνυμα):
- παραδίνω
- übermitteln
3. παραδίνω (μαθήματα):
- παραδίνω
- erteilen
II. παραδίνομαι o παραδίδομαι VERB αυτοπ ρήμα
- παραδίνομαι o παραδίδομαι
- sich ergeben
- παραδίνομαι άνευ όρων ΣΤΡΑΤ
- bedingungslos kapitulieren
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.