στο λεξικό PONS
αφεντικό [afɛndiˈkɔ] SUBST ουδ
- αφεντικό
- Chef(in) αρσ (θηλ)
- είμαι αφεντικό του εαυτού μου
- sein eigener Herr sein
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- όσο για το αφεντικό μου …
- was meinen Chef betrifft …
- είμαι αφεντικό του εαυτού μου
- sein eigener Herr sein
- τα έχει με το αφεντικό της (ερωτοδουλειά)
- sie hat etwas mit ihrem Chef
- δεν τα πάει/έχει καλά με το αφεντικό του
- er kommt mit seinem Chef nicht gut zurecht