στο λεξικό PONS
δι|ασπείρω <-έσπειρα, -ασπάρθηκα, -ασπαρμένος> [ðiaˈspirɔ] VERB μεταβ
1. διασπείρω (φήμες):
- διασπείρω
- verbreiten
2. διασπείρω μτφ (διχόνοια κτλ):
- διασπείρω
- säen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.