στο λεξικό PONS
απάτη [aˈpati] SUBST θηλ
1. απάτη (δόλια ενέργεια):
- απάτη
- Betrug αρσ
- απάτη με υπολογιστή
- Computerbetrug αρσ
- απάτη σχετική με την ασφάλιση
- Versicherungsbetrug αρσ
- απάτη σχετική με επένδυση κεφαλαίων
- Kapitalanlagebetrug αρσ
- καταπολέμηση θηλ της απάτης ΠΟΛΙΤ
- Betrugsbekämpfung θηλ
- Ευρωπαϊκή υπηρεσία θηλ καταπολέμησης της απάτης EE
- Europäisches Amt ουδ für Betrugsbekämpfung
2. απάτη (πλάνη):
- απάτη
- Täuschung θηλ
- οπτική απάτη
- optische Täuschung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- οπτική απάτη
- optische Täuschung θηλ
- πιστωτική απάτη
- Kreditbetrug αρσ
- απάτη με υπολογιστή
- Computerbetrug αρσ
- απάτη θηλ σχετική με τις επιδοτήσεις ΝΟΜ
- Subventionsbetrug αρσ
- αυτό είναι απάτη, όχι αστεία!
- das ist richtiger Betrug!