στο λεξικό PONS
συνεταιρισμός [sinɛtɛrizˈmɔs] SUBST αρσ
- συνεταιρισμός
- Genossenschaft θηλ
- συνεταιρισμός αγοραστών
- Einkaufsgenossenschaft θηλ
- αγροτικός/γεωργικός συνεταιρισμός
- Landwirtschaftsgenossenschaft θηλ
- αγροτικός/γεωργικός συνεταιρισμός
- landwirtschaftliche Genossenschaft θηλ
- αλιευτικός συνεταιρισμός
- Fischereigenossenschaft θηλ
- επαγγελματικός συνεταιρισμός
- Berufsgenossenschaft θηλ
- ευρωπαϊκός συνεταιρισμός
- europäische Genossenschaft θηλ
- συνεταιρισμός καταναλωτών
- Verbrauchergenossenschaft θηλ
- οικοδομικός συνεταιρισμός
- Baugenossenschaft θηλ
- παραγωγικός συνεταιρισμός
- Produktionsgenossenschaft θηλ
- πιστωτικός συνεταιρισμός
- Kreditgenossenschaft θηλ
- ένωση θηλ συνεταιρισμών
- Genossenschaftsverband αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πιστωτικός συνεταιρισμός
- Kreditgenossenschaft θηλ
- συνεταιρισμός αγοραστών
- Einkaufsgenossenschaft θηλ
- γεωργικός συνεταιρισμός
- landwirtschaftliche Genossenschaft θηλ
- δασικός συνεταιρισμός
- forstwirtschaftlicher Zusammenschluss αρσ
- γαλακτοκομικός συνεταιρισμός
- Molkereigenossenschaft θηλ