στο λεξικό PONS
πρίγκιπας [ˈpriɲɟipas] SUBST αρσ, πριγκίπισσα [priɲˈɟipisa], πριγκιπέσα [priɲɟiˈpɛsa] SUBST θηλ
1. πρίγκιπας (παιδί βασιλιά):
- πρίγκιπας
- Prinz αρσ (Prinzessin) θηλ
- πρίγκιπας του παραμυθιού
- Märchenprinz αρσ (Märchenprinzessin) θηλ
2. πρίγκιπας (πριγκιπάτου, τίτλος):
- πρίγκιπας
- Fürst(in) αρσ (θηλ)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- από βάτραχος έγινε πρίγκιπας (μεταμορφώθηκε)
- er hat sich von einem Frosch in einen Prinzen verwandelt
- πρίγκιπας του παραμυθιού
- Märchenprinz αρσ (Märchenprinzessin) θηλ