στο λεξικό PONS
υγρασία [iɣraˈsia] SUBST θηλ
- υγρασία
- Feuchtigkeit θηλ
- απόλυτη/σχετική υγρασία
- absolute/relative Feuchtigkeit θηλ
- υγρασία του δέρματος
- Hautfeuchtigkeit θηλ
- βαθμός αρσ υγρασίας
- Feuchtigkeitsgrad αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σχετική υγρασία (της ατμόσφαιρας)
- relative Luftfeuchte θηλ
- υγρασία του δέρματος
- Hautfeuchtigkeit θηλ
- απόλυτη/σχετική υγρασία
- absolute/relative Feuchtigkeit θηλ