στο λεξικό PONS
I. διασκεδά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ðiascɛˈðazɔ] VERB μεταβ
1. διασκεδάζω (αμφιβολίες κτλ):
- διασκεδάζω
- zerstreuen
2. διασκεδάζω (ψυχαγωγώ κάποιον):
- διασκεδάζω
- unterhalten
- το διασκεδάζω
- sich amüsieren
II. διασκεδά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ðiascɛˈðazɔ] VERB αμετάβ (ψυχαγωγούμαι, γλεντώ)
- διασκεδάζω με
- sich amüsieren mit
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- το διασκεδάζω
- sich amüsieren