στο λεξικό PONS
επιλογή [ɛpilɔˈji] SUBST θηλ
1. επιλογή (διάλεγμα):
- επιλογή
- Wahl θηλ
- κάνω επιλογή
- eine Wahl treffen
- δεν είχα άλλη επιλογή
- ich hatte keine andere Wahl
- δεν είχα πολλές επιλογές
- ich hatte nicht viel Auswahl
- ελεύθερη επιλογή
- freie Wahl θηλ
- επιλογή προγράμματος (διακόπτης πλυντηρίου)
- Programmwähler αρσ
- δικαίωμα ουδ επιλογής
- Wahlrecht ουδ
2. επιλογή (σύνολο πραγμάτων που διαλέχτηκαν, για δείγμα κτλ):
- επιλογή
- Auswahl θηλ
3. επιλογή (των καλύτερων προϊόντων, φρούτων κτλ):
- επιλογή
- Auslese θηλ
- φυσική επιλογή (κατά το δαρβινισμό)
- natürliche Auslese θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επιλογή θηλ προμηθευτών
- Lieferantenauswahl θηλ
- ελεύθερη επιλογή
- freie Wahl θηλ
- επιλογή προγράμματος (διακόπτης πλυντηρίου)
- Programmwähler αρσ
- κάνω επιλογή
- eine Wahl treffen
- φυσική επιλογή (κατά το δαρβινισμό)
- natürliche Auslese θηλ