στο λεξικό PONS
ένα [ˈɛna] SUBST ουδ
- ένα
- Eins θηλ
- γράψε εδώ ένα ένα
- schreib hier eine Eins hin
- γίνομαι ένα (με κάποιον)
- sich (mit jdm) vereinen
- πού είναι η αμφιβολία; - ένα κι ένα κάνουν δύο
- wo gibt es da Zweifel? - die Sache ist glasklar
- είναι ένα κι ένα για αυτή τη δουλειά
- das ist hierfür genau das Richtige
ένα δέκατο του λίτρου
- ένα δέκατο του λίτρου
- ein zehntel Liter
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γράψε εδώ ένα ένα
- schreib hier eine Eins hin
- καταφέρνω ένα χτύπημα/ένα τραύμα σε κάποιον
- jdm einen Schlag/eine Verletzung zufügen
- ένα δεκάρι …
- zehn …
- ένα εκατομμύριο
- eine Million
- ένα Ι.Χ. (αυτοκίνητο)
- ein PKW