στο λεξικό PONS
αυγή [avˈji] SUBST θηλ
1. αυγή (ξημέρωμα):
- αυγή
- Tagesanbruch αρσ
- αυγή
- Morgengrauen ουδ
- φτάσαμε την αυγή
- wir kamen bei Tagesanbruch an
2. αυγή μτφ (αρχή):
- αυγή
- Beginn αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φτάσαμε την αυγή
- wir kamen bei Tagesanbruch an
- γλυκοχαράζει (η αυγή)
- es dämmert