στο λεξικό PONS
I. άρρωστ|ος <-η, -ο> [ˈarɔstɔs] ΕΠΊΘ
1. άρρωστος:
- άρρωστος
- krank
- πέφτω άρρωστος
- erkranken, krank werden
- βαριά άρρωστος
- schwer krank
- σωματικά/ψυχικά άρρωστος
- körperlich/psychisch krank
2. άρρωστος μτφ (φαντασία, μυαλό):
- άρρωστος
- krank, krankhaft
II. άρρωστ|ος <-η, -ο> [ˈarɔstɔs] SUBST αρσ/θηλ (σε νοσοκομείο)
- άρρωστος
- Patient(in) αρσ (θηλ)
- εξετάζω έναν άρρωστο
- einen Patienten/Kranken untersuchen
άρρωστος ΕΠΊΘ
- άρρωστος του θανατά
- todkrank
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πέφτω άρρωστος
- erkranken, krank werden
- βαριά άρρωστος
- schwer krank
- σωματικά/ψυχικά άρρωστος
- körperlich/psychisch krank
- φαινόταν στενοχωρημένος/άρρωστος
- er sah besorgt/krank aus