στο λεξικό PONS
I. κουβαλ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [kuvaˈlɔ] VERB μεταβ
1. κουβαλώ:
- κουβαλώ
- tragen
2. κουβαλώ (με κόπο):
- κουβαλώ
- schleppen
- τι μας κουβάλησες εδώ;
- was hast du uns hier hergeschleppt?
II. κουβαλιέμαι VERB αυτοπ ρήμα οικ (έρχομαι απροσδόκητα)
- μας κουβαλήθηκαν όλοι τους ακριβώς τη μέρα που …
- ausgerechnet am Tag, an dem …, kamen sie alle angetanzt
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.