στο λεξικό PONS
I. ζω <ζεις, έζησα> [zɔ] VERB αμετάβ
1. ζω (βρίσκομαι στη ζωή, κατοικώ):
- ζω
- leben
- αυτός ο ποιητής δε ζει πια
- dieser Dichter lebt nicht mehr
- ζει στην Ισπανία/Αθήνα
- er lebt in Spanien/Athen
- θέλω να ζήσω τη ζωή μου! (να την απολαύσω, να ζήσω εντατικά)
- ich will mein Leben (richtig) leben!
- όσο ζω
- solange ich lebe
- ζει και βασιλεύει
- es geht ihm blendend
- ζω στο παρελθόν
- in der Vergangenheit leben
- ζω με άνεση
- ein bequemes/komfortables Leben führen
- ζω στα σύννεφα
- über den Wolken schweben
- πού ζεις; (προς άτομο με ξεπερασμένες απόψεις)
- in welchem Jahrhundert lebst du eigentlich?
- πού ζεις; (προς ανενημέρωτο άτομο)
- wo lebst du eigentlich?
- να σας ζήσει! (συγχαρητήρια)
- herzlichen Glückwunsch!
- να ζήσετε! (συγχαρητήρια)
- herzlichen Glückwunsch!
- ζει στον κόσμο του
- er lebt in seiner eigenen Welt
- μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας …
- es war einmal ein …
- … και έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα
- … und wenn sie nicht gestorben sind, dann leben sie noch heute
2. ζω (συντηρούμαι):
- ζω
- leben
- πώς/από τι ζεις;
- wovon lebst du?
- ζω από τη δουλειά μου ως …
- ich lebe von meiner Arbeit als …
- ζω με τα λεφτά της …
- ich lebe vom Geld der …
II. ζω <ζεις, έζησα> [zɔ] VERB μεταβ
1. ζω (έχω κάποια εμπειρία):
- ζω
- erleben
- έζησα πολλά στη ζωή μου
- ich habe in meinem Leben viel erlebt
- ναι, το κάνει, αλλά δεν το ζει
- ja, er macht es, aber er erlebt es nicht richtig
2. ζω (περνώ):
- ζω
- durchleben
- ζήσαμε στιγμές απελπισίας
- wir durchlebten Momente der Verzweiflung
3. ζω (συντηρώ):
- ζω
- unterhalten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ζω εξόριστος
- im Exil leben
- ζω αποτραβηγμένος
- ein zurückgezogenes Leben führen
- ζω απομονωμένος
- einsam leben
- όσο ζω
- solange ich lebe
- ζω μες στη φτώχια
- in Armut leben