στο λεξικό PONS
τσιγγουνεύ|ομαι <-τηκα> [tsiŋguˈnɛvɔmɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
- τσιγγουνεύομαι κάτι
- mit etw geizen
- τσιγγουνεύεται τους επαίνους
- er geizt mit Lob
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τσιγγουνεύομαι κάτι
- mit etw geizen