στο λεξικό PONS
υπολογισμός [ipɔlɔjizˈmɔs] SUBST αρσ
1. υπολογισμός (λογαριάζοντας):
- υπολογισμός
- Berechnung θηλ
- υπολογισμός της αξίας
- Wertberechnung θηλ
- υπολογισμός των εξόδων/του κόστους ΟΙΚΟΝ
- Kostenrechnung θηλ
- υπολογισμός της ζημιάς
- Schadensberechnung θηλ
- υπολογισμός των κερδών
- Gewinnberechnung θηλ
- υπολογισμός των πωλήσεων
- Absatzkalkulation θηλ
- υπολογισμός της τιμής
- Preisberechnung θηλ
- υπολογισμός των τόκων
- Zinsberechnung θηλ
2. υπολογισμός (εκτίμηση):
- υπολογισμός
- Schätzung θηλ
- υπολογισμός των κερδών
- Gewinnschätzung θηλ
- υπολογισμός του ετήσιου τζίρου
- Jahresumsatzschätzung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υπολογισμός αρσ τελών ΟΙΚΟΝ, ΝΟΜ
- Gebührenkalkulation θηλ
- υπολογισμός αρσ ασφαλίστρων
- Beitragsberechnung θηλ
- υπολογισμός αρσ των εξόδων ταξιδιού
- Reisekostenrechnung θηλ
- υπολογισμός αρσ της ζημιάς
- Schadensberechnung θηλ
- υπολογισμός αρσ των αναγκών ΟΙΚΟΝ
- Bedarfsberechnung θηλ