στο λεξικό PONS
αξίζω [aˈksizɔ] VERB αμετάβ nur präs und imperf
1. αξίζω (έχω κάποια αξία):
- αξίζω
- wert sein
- δεν αξίζει πολύ
- es ist nicht viel wert
- αξίζει να …
- es lohnt sich, zu …
- αξίζει τον κόπο
- es ist der Mühe wert, es lohnt sich
2. αξίζω (κοστίζω):
- αξίζω
- kosten
- πόσο αξίζει;
- wie viel kostet es?
3. αξίζω (έχω ικανότητα, προτερήματα):
- αξίζω
- fähig sein
4. αξίζω (είμαι άξιος κάποιου πράγματος):
- αξίζω
- verdienen
- αυτό αξίζει έπαινο
- das verdient Lob
- όπως του αξίζει (για αμοιβή)
- wie er es verdient, wie es ihm gebührt
- όπως του αξίζει (τιμωρία)
- wie er es verdient
- αυτό δεν του αξίζει
- das hat er nicht verdient
- σου αξίζει! (καλά να πάθεις)
- das geschieht dir recht!
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.