στο λεξικό PONS
φορ|ώ <-άς, -εσα, -έθηκα, -εμένος> [fɔˈrɔ] VERB μεταβ
1. φορώ (βάζω πάνω μου: ρούχα):
- φορώ
- anziehen
2. φορώ (καπέλο, γυαλιά):
- φορώ
- aufsetzen
3. φορώ (έχω πάνω μου):
- φορώ
- tragen
- τα … φοριούνται πολύ τώρα
- … sind jetzt/gerade in Mode