στο λεξικό PONS
ακινητοποι|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [acinitɔpiˈɔ] VERB μεταβ
1. ακινητοποιώ (γενικά):
- ακινητοποιώ
- stilllegen
2. ακινητοποιώ ΕΜΠΌΡ:
- ακινητοποιώ
- festlegen
3. ακινητοποιώ ΙΑΤΡ (μέλος):
- ακινητοποιώ
- ruhigstellen, immobilisieren
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.