στο λεξικό PONS
μαγνήτης [maˈɣnitis] SUBST αρσ
- μαγνήτης
- Magnet αρσ
- διαρκής/μόνιμος μαγνήτης
- Permanentmagnet αρσ
- διαρκής/μόνιμος μαγνήτης
- Dauermagnet αρσ
- μοριακός μαγνήτης
- Molekularmagnet αρσ
- φυσικός/τεχνητός μαγνήτης
- natürlicher/künstlicher Magnet αρσ
- μαγνήτης σε σχήμα πετάλου
- Hufeisenmagnet αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διπολικός μαγνήτης
- zweipoliger/bipolarer Magnet αρσ
- μοριακός μαγνήτης
- Molekularmagnet αρσ
- μαγνήτης σε σχήμα πετάλου
- Hufeisenmagnet αρσ
- διαρκής/μόνιμος μαγνήτης
- Permanentmagnet αρσ
- φυσικός/τεχνητός μαγνήτης
- natürlicher/künstlicher Magnet αρσ