στο λεξικό PONS
σπίθα [ˈspiθa] SUBST θηλ
- σπίθα
- Funke αρσ
- βγάζω/πετώ σπίθες
- Funken sprühen
- είμαι σπίθα (μοναχή)
- ein helles Köpfchen sein
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είμαι σπίθα (μοναχή)
- ein helles Köpfchen sein