στο λεξικό PONS
ηθοποιός [iθɔpiˈɔs] SUBST mf
- ηθοποιός
- Schauspieler(in) αρσ (θηλ)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αποσκοπεί να γίνει ηθοποιός
- er beabsichtigt, Schauspieler zu werden
- ένας Ταϊβανέζος ηθοποιός
- ein taiwanesischer Schauspieler
- ένας Σουηδός ηθοποιός
- ein schwedischer Schauspieler
- είναι γεννημένος ηθοποιός
- er ist ein geborener Schauspieler
- ένας Σλοβένος ηθοποιός
- ein slowenischer Schauspieler