στο λεξικό PONS
ακού|ω <-σα, -στηκα, -σμένος> [aˈkuɔ] VERB μεταβ
1. ακούω (αντιλαμβάνομαι με την ακοή, πληροφορούμαι):
- ακούω
- hören
- δεν ακούω καλά (είμαι βαρήκοος)
- nicht gut hören
- θαρρώ δεν άκουσα καλά! (μου μίλησαν με αυθάδεια)
- ich glaub, ich hör nicht recht!
- δεν ακούγεται
- man kann es nicht hören
- μόλις που ακουγόταν (το ψιθύρισμα)
- man konnte es gerade eben hören
- ακούει στο όνομα Μπόμπι
- er hört auf den Namen Bobby
- ακούω για κάτι/κάποιον
- von etw/jdm hören
- άκουσα ότι …
- ich habe gehört, dass …
- απ' ό,τι άκουσα …
- soweit ich gehört habe …
- άκουσες τα νέα; …
- hast du schon gehört? …
- τι ακούει κανένας!
- was man nicht alles hört!
- άκου ανοησία!
- was für ein Unsinn!
- ακούς εκεί!
- hat man so was schon gehört!
- ακούς εκεί αυθάδεια!
- was für eine Frechheit!
2. ακούω (πειθαρχώ):
- ακούω κάποιον
- hören auf jdn
- να ακούς τους γονείς σου
- du sollst auf deine Eltern hören
- άκουσέ με (που σου λέω)! (τη συμβουλή μου)
- hör auf mich!
- για άκου τι λέει!
- hör dir das mal an!
3. ακούω (προσέχω τα λόγια κάποιου):
- ακούω κάποιον
- zuhören jdm
- για άκου λίγο
- hör mal kurz
- μ' ακούς καθόλου;
- hörst du mir überhaupt zu?
- ακούω κρυφά (στην πόρτα)
- lauschen
ακούω VERB
- Καλό ακούγεται!
- Das klingt gut!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ακούω ράδιο
- Radio hören
- ακούω κρυφά (στην πόρτα)
- lauschen
- ακούω στο όνομα Χ
- auf den Namen X hören
- ακούω τα σκολιανά μου
- ausgeschimpft werden
- ακούω κάτι στο ράδιο
- etw im Radio hören