στο λεξικό PONS
παρ|αβλέπω <-άβλεψα [ή -έβλεψα] > [paraˈvlɛpɔ] VERB μεταβ
1. παραβλέπω (δεν αντιλαμβάνομαι):
- παραβλέπω
- übersehen
2. παραβλέπω (κλείνω το μάτι):
- παραβλέπω κάτι
- bei einer Sache ein Auge zudrücken
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παραβλέπω κάτι
- bei einer Sache ein Auge zudrücken
- παραβλέπω ένα ελάττωμα (από επιείκεια)
- über einen Fehler hinwegsehen