στο λεξικό PONS
θαλαμηπόλος [θalamiˈpɔlɔs] SUBST mf
1. θαλαμηπόλος (ξενοδοχείου):
- θαλαμηπόλος
- Hoteldiener(in) αρσ (θηλ)
2. θαλαμηπόλος (πλοίου):
- θαλαμηπόλος
- Steward αρσ
- θαλαμηπόλος
- Stewardess θηλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- ηχοσύστημα
- ηχώ
- ηωζωικός
- Ηώκαινο
- ηώς
- θαλαμηπόλος
- θαλάμι
- θαλαμίσκος
- θάλαμος
- θάλασσα
- θαλασσασφάλεια