στο λεξικό PONS
αρνητικ|ός <-ή, -ό> [arnitiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- αρνητικός
- negativ
- αρνητική απάντηση (σε επιστολή)
- Absage θηλ
- αρνητικός αριθμός
- negative Zahl θηλ
- αρνητική αντίσταση ΗΛΕΚ
- negativer Widerstand αρσ
- αρνητικό ηλεκτρόδιο
- negative Elektrode θηλ
- αρνητική πλάκα ΗΛΕΚ
- Minusplatte θηλ
- αρνητικός πόλος
- Minuspol αρσ
- αρνητικό ποσό
- Minusbetrag αρσ
- αρνητικό στοιχείο
- negatives Element ουδ
- αρνητικό σημείο
- Minuszeichen ουδ
- αρνητικό φορτίο
- negative Ladung θηλ
- αρνητική εικόνα
- Negativbild ουδ
- αρνητικό φιλμ αμετάβλ
- Negativfilm αρσ
- αρνητική πρόταση
- Verneinungssatz αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αρνητικός ηλεκτρισμός
- negative Elektrizität θηλ
- αρνητικός αριθμός
- negative Zahl θηλ
- αρνητικός πόλος
- Minuspol αρσ
- θετικός/αρνητικός κρύσταλλος
- positiver/negativer Kristall αρσ
- αρνητικός/θετικός καταλύτης
- negativer/positiver Katalysator αρσ