στο λεξικό PONS
αποτεφρώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [apɔtɛˈfrɔnɔ] VERB μεταβ
1. αποτεφρώνω (κατακαίω: σπίτια):
- αποτεφρώνω
- in Schutt und Asche legen
2. αποτεφρώνω (νεκρό):
- αποτεφρώνω
- einäschern
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.