στο λεξικό PONS
εμφαν|ής <-ής, -ές> [ɛɱfaˈnis] ΕΠΊΘ
1. εμφανής (που φαίνεται):
- εμφανής
- sichtbar
- χωρίς εμφανή λόγο
- ohne erkennbaren Grund
2. εμφανής (που είναι άμεσα αντιληπτός):
- εμφανής
- offensichtlich, offenkundig
- εκ του εμφανούς
- ganz offensichtlich
- ένας εμφανής υπαινιγμός
- eine offenkundige Anspielung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εμφανής πληθωρισμός
- offene Inflation θηλ
- εμφανής αντιπληθωρισμός
- offene Deflation θηλ
- ένας εμφανής υπαινιγμός
- eine offenkundige Anspielung θηλ