στο λεξικό PONS
φράγμα [ˈfraɣma] SUBST ουδ
1. φράγμα (γενικά: φραγμός):
- φράγμα
- Sperre θηλ
- φράγμα ήχου
- Schallmauer θηλ
2. φράγμα (φράχτης):
- φράγμα
- Zaun αρσ
3. φράγμα (υδατοφράχτης):
- φράγμα
- Staudamm αρσ
4. φράγμα ΜΑΘ:
- φράγμα
- Schranke θηλ
- ελάχιστο άνω φράγμα
- kleinste obere Schranke θηλ
5. φράγμα:
- φράγμα ΦΥΣ, ΗΛΕΚ
- Gitter ουδ
- φράγμα ανάκλασης
- Reflexionsgitter ουδ
- κοίλο φράγμα
- konkaves Gitter ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φράγμα ουδ δυναμικού ΦΥΣ
- Potenzialbarriere θηλ
- φράγμα ουδ ήχου
- Schallmauer θηλ
- φράγμα ουδ ανάκλασης
- Reflexionsgitter ουδ
- φράγμα ανάκλασης
- Reflexionsgitter ουδ
- κοίλο φράγμα
- konkaves Gitter ουδ