στο λεξικό PONS
πανούκλα [paˈnukla] SUBST θηλ
1. πανούκλα (αρρώστια):
- πανούκλα
- Pest θηλ
2. πανούκλα μειωτ (γυναίκα):
- πανούκλα
- Drachen αρσ
- απ' έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα
- außen hui und innen pfui
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- απ' έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα
- außen hui und innen pfui