στο λεξικό PONS
λαιμός [lɛˈmɔs] SUBST αρσ
1. λαιμός:
- λαιμός
- Hals αρσ
- πιάστηκε ο λαιμός μου
- ich habe einen steifen Hals bekommen
- καθαρίζω το λαιμό μου
- sich räuspern
- βγάζω το λαιμό μου από τις φωνές
- sich die Kehle aus dem Hals schreien
- μου κάθεται στο λαιμό
- er/sie/es liegt mir schwer im Magen
- είμαι (πνιγμένος) ως το λαιμό
- mit steht das Wasser bis zum Hals
- βάζω τη θηλιά στο λαιμό κάποιου και μτφ
- jdm die Schlinge um den Hals legen
- κάποιος με φέρνει ως το λαιμό
- jd bringt mich auf die Palme
- κόψε το λαιμό σου!
- sieh selbst zu, wie du zurechtkommst!
- πιάνω κάποιον από το λαιμό μτφ (ασκώ πίεση)
- jdn in den Würgegriff nehmen
- βάζω το μαχαίρι στο λαιμό κάποιου μτφ
- jdm das Messer an den Hals legen/halten
- πήρε δύο παιδιά στο λαιμό του (σε ατύχημα)
- er hat zwei Kinder auf dem Gewissen
- λαιμός μπουκαλιού
- Flaschenhals αρσ
2. λαιμός (γιακάς):
- λαιμός
- Kragen αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- λαιμός μπουκαλιού
- Flaschenhals αρσ
- πιάστηκε ο λαιμός μου
- ich habe einen steifen Hals bekommen