στο λεξικό PONS
τρομοκρατ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [trɔmɔkraˈtɔ] VERB μεταβ
- τρομοκρατώ
- terrorisieren
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- τρολάρω
- τρόλεϊ
- τρομαγμένος
- τρομάζω
- τρομάρα
- τρομοκρατώ
- τρόμος
- τρομοϋστερία
- τρόμπα
- τρομπάρω
- τρομπέτα