στο λεξικό PONS
πρώτα [ˈprɔta] ΕΠΊΡΡ
1. πρώτα (πριν από κάτι άλλο):
- πρώτα
- zuerst
- πρώτα-πρώτα
- zuallererst
2. πρώτα (παλαιότερα):
- πρώτα
- früher
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πρώτα-πρώτα
- zuallererst
- πρώτα δε σε κατάλαβα
- ich habe dich erst nicht erkannt
- λοιπόν: πρώτα θα πάμε στο …
- also: zuerst werden wir zum … gehen
- ο παπάς πρώτα τα γένια του βλογάει παροιμ
- jeder für sich und Gott für uns alle
- στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα!
- hätte ich das doch nur vorher gewusst!