στο λεξικό PONS
I. κλ|αίω <-αψα, -άφτηκα, -αμένος> [ˈklɛɔ] VERB αμετάβ
- κλαίω από
- weinen vor +δοτ
II. κλ|αίω <-αψα, -άφτηκα, -αμένος> [ˈklɛɔ] VERB μεταβ (θρηνώ)
- κλαίω
- beweinen, beklagen
III. κλαίγομαι VERB αυτοπ ρήμα (συνεχώς)
- κλαίγομαι
- jammern
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κλαίω με αναφιλητά
- schluchzen
- κλαίω με λυγμούς
- schluchzen