στο λεξικό PONS
θέλημα [ˈθɛlima] SUBST ουδ
1. θέλημα (θέληση):
- θέλημα
- Wille αρσ
- κάνω το θέλημα κάποιου
- jds Willen erfüllen
2. θέλημα (συγκατάθεση):
- θέλημα
- Einverständnis ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γενηθήτω το θέλημά σου
- dein Wille geschehe
- κάνω το θέλημα κάποιου
- jds Willen erfüllen
- που ορίζεις (Συν. ας γίνει το θέλημά σου, ας γίνει αυτό που ξέλεις
- Wie du es willst, wie du es möchtest