στο λεξικό PONS
μαγεία [maˈjia] SUBST θηλ
1. μαγεία (μάγια):
- μαγεία
- Magie θηλ
- μαγεία
- Zauberei θηλ
- ως δια μαγείας
- wie von Zauberhand
- λευκή/μαύρη μαγεία
- weiße/schwarze Magie θηλ
- τελετή θηλ μαύρης μαγείας
- schwarze Messe θηλ
2. μαγεία (του τοπίου, του καινούργιου, γοητεία):
- μαγεία
- Zauber αρσ
μαγεία [maˈjia] SUBST θηλ
1. μαγεία:
- μαγεία
- Magie θηλ
- μαγεία
- Zauberei θηλ
2. μαγεία (γοητεία):
- μαγεία
- Zauber αρσ