στο λεξικό PONS
μεμψίμοιρ|ος <-η, -ο> [mɛmˈpsimirɔs] ΕΠΊΘ
- μεμψίμοιρος
- nörglig
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- μελτέμι
- μελωδία
- μελωδικός
- μεμβράνα
- μεμβράνη
- μεμψίμοιρος
- μεμψιμοιρώ
- μεν
- μένα
- μενεξεδένιος
- μενεξεδής