στο λεξικό PONS
προ|έρχομαι <-ήλθα> [prɔˈɛrxɔmɛ] VERB αμετάβ
1. προέρχομαι (έχω την προέλευση):
- προέρχομαι
- herkommen, kommen
- από πού προέρχεται;
- wo kommt es her?
- αυτή η λέξη προέρχεται από τα ελληνικά
- dieses Wort kommt aus dem Griechischen
2. προέρχομαι (κατάγομαι):
- προέρχομαι
- stammen
- από τι οικογένεια προέρχεται;
- aus was für einer Familie stammt er/sie?
3. προέρχομαι (έχω το αίτιο):
- προέρχομαι από
- beruhen auf +δοτ
- η βλάβη προήλθε από μη τήρηση των προδιαγραφών
- der Schaden beruht auf Nichteinhaltung der Vorschriften
4. προέρχομαι (προκύπτω):
- προέρχομαι από
- hervorgehen aus
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.