στο λεξικό PONS
I. πυκνώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [pikˈnɔnɔ] VERB μεταβ
1. πυκνώνω (κάνω πυκνό):
- πυκνώνω
- verdichten
2. πυκνώνω (κάνω πυκνόρρευστο):
- πυκνώνω
- verdicken
II. πυκνώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [pikˈnɔnɔ] VERB αμετάβ
1. πυκνώνω (γίνομαι πυκνός):
- πυκνώνω
- dicht werden
2. πυκνώνω (γίνομαι πυκνόρρευστος):
- πυκνώνω
- dickflüssig werden
3. πυκνώνω (γίνομαι συχνότερος):
- πυκνώνω
- häufiger werden
4. πυκνώνω (άτομα: ανοίγω μέρος):
- πυκνώνω
- zusammenrücken
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.