στο λεξικό PONS
I. σβή|νω <-σα, -σμένος> [ˈzvinɔ] VERB μεταβ
1. σβήνω (φωτιά, δίψα):
- σβήνω
- löschen
2. σβήνω (κερί, μηχανή αυτοκινήτου):
- σβήνω
- ausmachen
3. σβήνω (ηλεκτρική συσκευή, φως):
- σβήνω
- ausschalten, ausmachen
4. σβήνω (διαγράφω):
- σβήνω
- streichen
5. σβήνω (με γομολάστιχα):
- σβήνω
- ausradieren
II. σβή|νω <-σα, -σμένος> [ˈzvinɔ] VERB αμετάβ
1. σβήνω (φωτιά):
- σβήνω
- erlöschen, ausgehen
2. σβήνω (ράδιο, φως):
- σβήνω
- ausgehen
3. σβήνω μτφ (χάνομαι σιγά σιγά):
- σβήνω
- vergehen