στο λεξικό PONS
εφικτ|ός <-ή, -ό> [ɛfikˈtɔs] ΕΠΊΘ
1. εφικτός (στόχος):
- εφικτός
- erreichbar
2. εφικτός (πραγματοποιήσιμος):
- εφικτός
- machbar, durchführbar
- αυτό δεν είναι εφικτό
- das ist nicht machbar
- εύκολα εφικτός
- leicht umzusetzen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εύκολα εφικτός
- leicht umzusetzen