στο λεξικό PONS
I. χτυπ|ώ <-άς, -σα, -θηκα, -μένος> [xtiˈpɔ] VERB μεταβ
1. χτυπώ (γενικά):
- χτυπώ
- schlagen
- χτυπώ κάποιον στα χαμηλά και μτφ
- jdm einen Schlag unter die Gürtellinie versetzen
- χτυπώ την πόρτα
- anklopfen
- χτυπάει η πόρτα
- es klopft
- να μη χτυπάς την πόρτα έτσι
- du sollst die Tür nicht so fest zuschlagen
- το ρολόι χτύπησε έντεκα
- die Uhr hat elf geschlagen
- χτύπα ξύλο!
- dreimal auf Holz geklopft!
- τα χτυπώ (όλα) κάτω
- alles hinschmeißen
- το κρασί με χτύπησε στο κεφάλι
- der Wein ist mir in den Kopf gestiegen
- χτυπώ στο μάτι
- auffallen
2. χτυπώ (χορδή):
- χτυπώ
- anschlagen
3. χτυπώ (τραυματίζω):
- χτυπώ
- verletzen
- χτύπησα το γόνατό μου στην πόρτα
- ich habe mir an der Tür das Knie verletzt
4. χτυπώ μτφ:
- χτυπώ (με όπλο) (προκαλώ έντονο αίσθημα, συνέπειες)
- treffen
- ο ξαφνικός της θάνατος μας χτύπησε όλους
- ihr plötzlicher Tod hat uns alle getroffen
II. χτυπ|ώ <-άς, -σα, -θηκα, -μένος> [xtiˈpɔ] VERB αμετάβ
1. χτυπώ (τραυματίζομαι):
- χτυπώ
- sich verletzen
2. χτυπώ (πονώ):
- χτυπώ
- sich δοτ wehtun
- χτύπησες;
- hast du dir wehgetan?
3. χτυπώ (κουδουνίζω):
- χτυπώ
- klingeln
4. χτυπώ (κάνω κλακ-κλακ σαν ξυλάκια):
- χτυπώ
- klappern
- χτυπούν τα δόντια μου από το κρύο
- meine Zähne klappern vor Kälte
III. χτυπιέμαι VERB αυτοπ ρήμα
- χτυπιέμαι
- sich schlagen, sich prügeln
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χτυπώ παλαμάκια
- (Beifall) klatschen, applaudieren
- χτυπώ κάποιον στα χαμηλά και μτφ
- jdm einen Schlag unter die Gürtellinie versetzen
- τα χτυπώ (όλα) κάτω
- alles hinschmeißen
- χτυπώ στο μάτι μτφ
- ins Auge fallen
- χτυπώ την πόρτα
- anklopfen