στο λεξικό PONS
φύλλο [ˈfilɔ] SUBST ουδ
1. φύλλο ΒΟΤ (χάρτινο):
- φύλλο
- Blatt ουδ
- χωρίς φύλλα
- blattlos, ohne Blätter
- τρέμω σαν το φύλλο
- wie Espenlaub zittern
- φύλλα ουδ πλ ζύμης
- Blätterteig αρσ ενικ
- φύλλο σφολιάτας
- Blätterteig αρσ
- φύλλα ουδ πλ ακάνθης ΑΡΧΙΤ
- Akanthus αρσ ενικ
- φύλλο δάφνης
- Lorbeerblatt ουδ
- εμβρυϊκό φύλλο ΒΟΤ
- Blattanlage θηλ
- εμβρυϊκό φύλλο ΒΟΤ
- Blattprimordium ουδ
- φύλλο του Descartes ΜΑΘ
- kartesisches Blatt ουδ
2. φύλλο (πόρτας):
- φύλλο
- Flügel αρσ
- φύλλο πόρτας/παραθύρου
- Türflügel/Fensterflügel αρσ
ιδιωτισμοί:
- λογιστικό φύλλο Η/Υ
- Tabellenkalkulationsprogramm ουδ
φύλλο VERB
- κάνω φύλλο και φτερό
- durchwühlen
παραθυρόφυλλο SUBST
- παραθυρόφυλλο (τζάμι με πλαίσιο) ουδ
- Fensterflügel αρσ
- παραθυρόφυλλο (παντζούρι) ουδ
- Schlagladen αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φύλλο ουδ δάφνης
- Lorbeerblatt ουδ
- διαχωριστικό φύλλο
- Trennblatt ουδ
- λογιστικό φύλλο Η/Υ
- Tabellenkalkulationsprogramm ουδ
- φύλλο σφολιάτας
- Blätterteig αρσ
- φύλλο δάφνης
- Lorbeerblatt ουδ