στο λεξικό PONS
επ|ιμένω <-έμεινα> [ɛpiˈmɛnɔ] VERB αμετάβ
1. επιμένω (δεν αλλάζω γνώμη):
- επιμένω σε
- bestehen auf +δοτ
- επιμένει να πάω μαζί του
- er besteht darauf, dass ich mit ihm gehe
- του είπα ότι ήταν αδύνατο αλλά αυτός επέμενε
- ich sagte ihm, es sei nicht möglich, aber er bestand darauf
- επιμένει στη γνώμη του
- er besteht auf seiner Meinung
- γιατί να επιμένει κανείς;
- warum soll man darauf bestehen?
2. επιμένω (δεν παρατώ):
- επιμένω σε
- bleiben bei
- επέμεινε σ' αυτή τη δουλειά
- er blieb bei dieser Arbeit
- επέμεινε στην απόφασή του
- er blieb bei seinem Entschluss
- αν επιμείνεις θα επιτύχεις
- wenn du (beharrlich) dabei bleibst, wirst du es schaffen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.